Αδικαιολόγητος Πλουτισμός.


Του Δικηγόρου Γιώργου Φραγκούλη, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου.

     Ολόκληρο το οικοδόμημα του Ενοχικού Δικαίου βασίζεται, θεμελιώνεται, στις εξής τρεις μεγάλες ηθικές επιταγές, α) στην αρχή της τήρησης της ελεύθερα δοθείσας υπόσχεσης ή, ακριβέστερα, της τήρησης των ελεύθερων συμφωνιών [pacta sunt servanda], β) στην αρχή της υποχρέωσης προς αποζημίωση από την άδικα και υπαίτια προξενηθείσα ζημιά [ΑΚ 914 επ] και γ) στην αρχή της απαγόρευσης αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος άλλου [ΑΚ 904 επ]. Το Δίκαιο σαν θεσμός ρύθμισης των ανθρώπινων σχέσεων δεν απαγορεύει, γενικά τον πλουτισμό ενός ατόμου σε βάρος άλλου, ειδικότερα με βάση το ισχύον οικονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς. Αυτό που απαγορεύει είναι τον πλουτισμό που δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αιτία [αιτία, σκοπό, δηλαδή που να αναγνωρίζει ο νόμος]. Παράδειγμα: όταν ο έμπορος πλουτίζει σε βάρος του πελάτη του επειδή αγοράζει από τον παραγωγό φθηνότερο το αντικείμενο της πώλησης και το πουλάει ακριβότερα σε βάρος του πελάτη του [η διαφορά στην τιμή αγοράς και στην τιμή πώλησης αποτελεί το κέρδος του], θεωρείται νόμιμο αυτό το κέρδος, γιατί το εμπόριο θεωρείται νόμιμη δραστηριότητα. Όταν όμως το κέρδος προέρχεται από απατηλή συμπεριφορά [προϊόν απάτης, ΑΚ 147 επ, ΠοινΚ 386], ο πλουτισμός αυτός δεν είναι νόμιμος και το δίκαιο δεν επιτρέπει την διατήρηση του στον απατήσαντα. Έτσι, το Δίκαιο διατηρεί την απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ των μελών της έννομης τάξης αμβλύνοντας τις αδικίες και τις ανωμαλίες από την οικονομική δραστηριότητα των μελών του χωρίς να πνίγει την επιδίωξη του ατομικού οφέλους που αποτελεί αυτή και την κινητήρια δύναμη μιας κοινωνίας. Ο θεσμός του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν είναι απλά ένας θεσμός του ιδιωτικού δικαίου, εφαρμόζεται ακόμη και στο δημόσιο δίκαιο[1].

Διάκριση από συγγενείς έννοιες.

     Η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού διακρίνεται από την αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας [ΑΚ 914 επ] κατά τούτο: στην περίπτωση της αποζημίωσης το καταβαλλόμενο χρηματικό ποσό καλύπτει ολόκληρη τη ζημιά του ζημιωθέντος [εξαίρεση αποτελεί η εύλογη αποζημίωση, ΑΚ 387]. Στην αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν καλύπτει όλη τη ζημιά που υφίσταται ο ζημιωθείς αλλά μόνο το ποσό κατά το οποίο πλούτισε ο υπόχρεος [ΑΚ 909]. Στον αδικαιολόγητο πλουτισμό δηλαδή “η μετακίνησις οικονομικής αξίας από του ενός εις τον άλλον λαμβάνεται υπόψιν κατά το αποτέλεσμα της εν σχέσει προς τον πλουτίσαντα και όχι τον ζημιωθέντα[2]. Δηλαδή, κατά την κρίση μιας διαφοράς απορρέουσα από αδικαιολόγητο πλουτισμό, σημασία έχει το όφελος του πλουτήσαντος και όχι η ζημιά του ζημιωθέντος. Παράδειγμα: ο Α νομίζει, πλανημένα, ότι οφείλει στον Β ορισμένο πράγμα και του το δίδει. Δεν μπορεί ο Α να ζητήσει από τον Β πλήρη αποζημίωση, λ.χ. διαφυγόντα κέρδη [ΑΚ 298] από τη μη χρήση του πράγματος ενόσω αυτό βρισκόταν στην κατοχή του Β. Για να προσδιορίσουμε την υποχρέωση του Β έναντι του Α πρέπει να εξετάσουμε τι απέκτησε ο Β από τον Α που συνίσταται και ο πλουτισμός του. Επομένως, αν ο Β πώλησε το πράγμα στον Γ με μικρότερο τίμημα από την πραγματική αξία του πράγματος, ο πλουτισμός του Β συνίσταται σ¢ αυτό ακριβώς το μικρότερο τίμημα. Αν ο Β δώρισε το πράγμα στον Γ, δεν έχει καμιά ευθύνη απέναντι στον Α αφού δεν είναι πια πλουσιότερος απέναντι του. Άλλο το ζήτημα ότι το Δίκαιο στην περίπτωση αυτή επιτρέπει την αναζήτηση του πράγματος από χαριστική επίδοση κατ¢ ευθείαν έναντι του τρίτου [ΑΚ 913].

     Επίσης, η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού διακρίνεται από την αξίωση λόγω διοίκησης αλλοτρίων [ΑΚ 730 επ] κατά τούτο: παράδειγμα προς κατανόηση. έστω ότι κινδυνεύει να γκρεμιστεί εξ αιτίας μιας ισχυρής καταιγίδας το σπίτι του Α και ο Β, αυτογνωμόνως το επισκευάζει. Αργότερα όμως το σπίτι του Α γκρεμίζεται εξ αιτίας ενός σεισμού. Εάν ο Β επεδίωκε να ζητήσει τις δαπάνες που υποβλήθηκε για την σωτηρία του σπιτιού του Α με την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού θα αποκρουόταν βάσει της ΑΚ 909 αφού κατά την πραγματοποίηση της επιδίωξης αυτής ο Α δεν είναι πια πλουσιότερος. Όμως, βάσει των διατάξεων της διοίκησης των αλλοτρίων [ΑΚ 736, 722] δικαιούται να ζητήσει ο διοικητής [Β] από τον κύριο των υποθέσεων [Α] κάθε δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για τη διοίκηση της υπόθεσης, εν προκειμένω για την σωτηρία του σπιτιού του Α. Η ρύθμιση αυτή όπως, και γενικότερα ο θεσμός της διοίκησης των αλλοτρίων, εξηγείται από την πρόθεση του νομοθέτη να ικανοποιήσει εκείνους που με δικές τους δαπάνες βοηθούν τους συνανθρώπους τους. Έτσι προάγεται και το συναίσθημα της φιλανθρωπίας. Παραπομπές στις διατάξεις α.π. Διάφορες διατάξεις παραπέμπουν στον α.π. [π.χ. ΑΚ 380, 389 § 2, 509, 735, 943 § 2, 1063 § 1 κλπ]. Διακριτέον: i) άλλοτε παραπέμπουν στο σύνολο των διατάξεων του α.π [π.χ. ΑΚ 735, 938, 943 § 2 κλπ]. Αυτό δεν σημαίνει ότι εφαρμόζονται αυτοδικαίως όλες οι διατάξεις του α.π. αλλά πρέπει κάθε φορά να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του α.π, αν αυτό συμβαίνει, επέρχονται οι συνέπειες του α.π. [ΑΚ 908 επ], ii) άλλοτε οι παραπέμπουσες διατάξεις θεωρούν δεδομένο τον α.π. οπότε παραπέμπουν στις διατάξεις που ρυθμίζουν τις συνέπειες του α.π [ΑΚ 908 επ], π.χ. οι ΑΚ 380, 389 § 2, 509 κλπ.

Προϋποθέσεις της αξίωσης α.π.

1)   Πλουτισμός του υπόχρεου. Σαν πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσίας του υπόχρεου η οποία μπορεί να συμβεί, είτε με θετική αύξηση της είτε με αποφυγή μείωσης της, κυρίως, με εξοικονόμηση δαπανών, π.χ. μη πληρωμή μισθώματος από διαμονή σε ξένο διαμέρισμα. Για την ύπαρξη ή όχι του πλουτισμού είναι αδιάφορη η καλή ή κακή πίστη του υπόχρεου[3]. Η πίστη αυτή έχει σημασία μόνο για την έκταση της ευθύνης του πλουτήσαντος [ΑΚ 910-912]. Παραδείγματα: i) ο δεκαπεντάχρονος Α αγοράζει με πίστωση και παραλαμβάνει από τον Π μια μοτοσικλέτα. Η σύμβαση είναι άκυρη [ΑΚ 129, 133, –136] λόγω δικαιοπρακτική ανικανότητας του Α. Ο πλουτισμός του Α συνίσταται στην απόκτηση κυριότητας της μοτοσικλέτας, ii) ο Π πωλεί και μεταβιβάζει άκυρα την κυριότητα και παραδίδει τη νομή ενός αγρού στον Α. Ο Α δεν απέκτησε κυριότητα αλλά έγινε νομέας του αγρού. Ο πλουτισμός του Α συνίσταται στην απόκτηση της νομής του αγρού.

2)   Πλουτισμός από περιουσία άλλου ή με ζημιά άλλου. Βάσει της προϋπόθεσης αυτής, ο πλουτισμός πρέπει να προήλθε από την περιουσία άλλου, απαιτείται δηλαδή διοχέτευση οικονομικής αξίας από μια περιουσία σε άλλη περιουσία. π.χ. μεταβίβαση κυριότητας πράγματος, μεταβίβαση νομής, εκχώρηση απαίτησης κλπ. Πλουτισμός όμως μπορεί να επέλθει όχι μόνο με την μείωση της περιουσίας του ζημιούμενου αλλά και με παρεμπόδιση της αύξησης της περιουσίας του ζημιούμενου [βλ· το παραπάνω παράδειγμα της διαμονής σε διαμέρισμα χωρίς καταβολή μισθώματος]. Στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός πραγματοποιείται όχι πια από την περιουσία άλλου, αλλά με ζημιά του ζημιούμενου [άλλου], δηλαδή, εδώ χάνεται μια ευκαιρία να αυξήσει την περιουσία του ο ζημιωμένος [διαφυγόν κέρδος]. Στο ανωτέρω παράδειγμα της χρήσης κατοικίας χωρίς καταβολή μισθώματος, ο ιδιοκτήτης της ζημιώνεται από την μη είσπραξη των μισθωμάτων που θα εισέπραττε, υπό κανονικές συνθήκες, αν εκμίσθωνε την κατοικία αυτή σε μισθωτή ή, σε περίπτωση αποποίησης κληρονομιάς από τον Α υπέρ του Β, κατόπιν συμφωνίας τους [Α– Β] η οποία συμφωνία όμως είναι άκυρη [για κάποιο λόγο ακυρότητας]. Στο παράδειγμα αυτό ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του Β επέρχεται όχι από την περιουσία του Α αλλά επί ζημία του που συνίσταται σε απώλεια διαφυγόντος κέρδους, δηλαδή στο ότι δεν ενσωμάτωσε την κληρονομιά στην περιουσία του αλλά αυτή μεταβιβάστηκε κατ΄ ευθείαν στον Β. Για να μπορεί όμως ο πλουτισμός να αιτιολογείται ότι επήλθε από την περιουσία του άλλου ή με ζημιά του άλλου, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στον πλουτισμό και στην ελάττωση ή την μη αύξηση της περιουσίας του ζημιούμενου. Η αιτιώδης αυτή συνάφεια είναι προφανής όταν η περιουσιακή μετακίνηση υποπίπτει αμέσως στην αντίληψη μας [με άλλα λόγια, αυτή η περιουσιακή μετακίνηση μπορεί να αποδοθεί και με τη φράση “άμεση μετακίνηση”].

3)   Τρίτη προϋπόθεση είναι η λεγόμενη αμεσότητα της περιουσιακής μετακίνησης. Ιδού πως περιγράφει την έννοια αυτή η νμλγ μας. Κατ΄ αυτήν[4] «για την ύπαρξη πλουτισμού κατά την ΑΚ 904 είναι αναγκαία η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης από τον αναζητούντα τον πλουτισμό προς τον ωφεληθέντα ήτοι πρέπει να υπάρχει άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημιάς του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου. Τέτοια συνάφεια δεν υπάρχει στην περίπτωση παρεμβολής τρίτης περιουσίας, όταν δηλαδή η περιουσιακή μετακίνηση πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτήσαντος με παρεμβολή τρίτου προσώπου που ενεργεί για δικό του λογαριασμό». Το περιστατικό που αντιμετώπισε η νμλγ αυτή ήταν το εξής: σε σύμβαση κατασκευής οικοδομής με αντιπαροχή [που η νμλγ μας δεν την χαρακτηρίζει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, ΑΚ 411 επ[5]] ο εργολάβος ανέλαβε την κατασκευή μιας οικοδομής με αντάλλαγμα την υποχρέωση του οικοπεδούχου να μεταβιβάσει κάποια διαμερίσματα σε τρίτους, με υπόδειξη του εργολάβου για να λάβει την αμοιβή του από την πώληση των διαμερισμάτων αυτών. Με προσύμφωνο μεταξύ οικοπεδούχου και αγοραστή [υποδειχθέντος από τον εργολάβο] υποχρεώθηκε να μεταβιβάσει την κυριότητα του επίδικου διαμερίσματος στον αγοραστή με τίμημα 1.000.000 δρχ[6], πράγμα που δεν κατέστη εφικτό λόγω μεταγενέστερης λύσης της εταιρείας [εργολάβος]. Ο αγοραστής στράφηκε κατά του οικοπεδούχου για την μεταβίβαση της κυριότητας του διαμερίσματος [ΚΠολΔ 949]. Κατά το Ακυρωτικό μας δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση προς τον οικοπεδούχο, δηλαδή εν προκειμένω το 1.000.000 δρχ δεν κατέληξε στον οικοπεδούχο αλλά στην εταιρεία που ενεργούσε για δικό της λογαριασμό. Υπήρξε μόνο έμμεση[7] περιουσιακή μετακίνηση στον οικοπεδούχο [υποσχεθέντα], δηλαδή με την ανέγερση της οικοδομής και την διακράτηση μερικών διαμερισμάτων για την πληρωμή του παραχωρηθέντος οικοπέδου του στον εργολάβο [δέκτη της υπόσχεσης παροχής]. Πως μπορεί να προστατευθεί ο αγοραστής; Με την εκχώρηση της απαίτησης του εργολάβου κατά του οικοπεδούχου [ΑΚ 455] ή με την πλαγιαστική άσκηση της απαίτησης του εργολάβου κατά του οικοπεδούχου [ΚΠολΔ 72]. Αν βέβαια έχει λυθεί η εταιρεία του εργολάβου, δεν μπορεί να γίνει καμιά εκχώρηση απαίτησης ή πλαγιαστική άσκηση δικαιωμάτων για ανύπαρκτο διάδικο.

Έλλειψη νόμιμης αιτίας

     Ως έλλειψη νόμιμης αιτίας χαρακτηρίζεται από το Ακυρωτικό μας[8]η έλλειψη δικαιολογικής βάσεως για τη διατήρηση της παροχής από το λήπτη. Αιτία του πλουτισμού είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, η απουσία δε του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας”. Κατά την επιστήμη[9]νόμιμη αιτία του πλουτισμού αποτελεί εκείνο το γεγονός που παρέχει κάθε φορά τη σύμφωνη με την έννομη τάξη δικαιολογία για την οριστική διατήρηση του. Και τα γεγονότα αυτά που δικαιολογούν τη διατήρηση του πλουτισμού από το λήπτη του είναι, η βούληση του δότη, το αντάλλαγμα που δίνει ο λήπτης για την απόκτηση του πλουτισμού και η θέληση του νομοθέτη”.

Περιπτώσεις νόμιμων αιτιών.

i)     Η βούληση του δότη. Η βούληση του δότη συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού εφόσον αυτή είναι έγκυρη [π.χ. ανυπαρξία ελαττωμάτων βούλησης κλπ]. Συνήθως η βούληση αυτή περιέχεται σε υποσχετική σύμβαση [πώληση, δωρεά κλπ]. Η βούληση του δότη σαν λόγος διατήρησης του πλουτισμού χάνει την ισχύ της σε περίπτωση μεταγενέστερης ανατροπής μιας αρχικά έγκυρης δικαιοπραξίας. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περίπτωση υπαναχώρησης [389 επ], ακυρωσίας λόγω πλάνης, απάτης και απειλής, ανάκλησης δωρεάς, πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης [αιτίες λήξασες].

ii)   Το αντάλλαγμα του λήπτη. Ως αντάλλαγμα θεωρείται οποιαδήποτε οικονομική θυσία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το αντικείμενο του πλουτισμού και καλύπτει την αξία του. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το αντάλλαγμα στις εξής περιπτώσεις: α) επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων. Αν μια αμφοτεροβαρής σύμβαση είναι εξυπαρχής ή μεταγενέστερα άκυρη, κάθε μέρος δικαιούται να αναζητήσει την παροχή του με τον α.π.. Η καταβολή της μιας δε δικαιολογεί τη διατήρηση της άλλης. Τι θα συμβεί όμως αν έχουν καταβληθεί οι δυο παροχές και μεταγενέστερα χαθεί η μια εξ αυτών; Εδώ θα επέλθει συμψηφισμός των παροχών και αυτός που έχασε την παροχή δεν θα επιστρέψει το ισάξιο της σε χρήμα [θεωρία του καταλοίπου]. Παράδειγμα: ο Α πωλεί και μεταβιβάζει στον εννιάχρονο Β ένα ποδήλατο αξίας 50.000 δρχ στην τιμή των 60.000 δρχ. Μεταγενέστερα το ποδήλατο καταστρέφεται στα χέρια του Β. Ο Β έχει αξίωση α.π. κατά του Α μόνο για τις 10.000 δρχ [60.000 – 50.000] αφού για τις 50.000 δρχ ο Α κατέβαλλε τη μη σωζόμενη παροχή του [ποδήλατο]. Κατά την νμλγ μας[10] «ο πλουτισμός που αποκτήθηκε με αντάλλαγμα είναι δικαιολογημένος και μπορεί να διατηρηθεί, σε περίπτωση που ο λήπτης της παροχής έχει προβεί σε αντιπαροχή, θα πρέπει η αξία αυτής να αφαιρεθεί από την αξία της πρώτης και μόνο αν υπάρχει και στο μέτρο που θα υπάρχει κατάλοιπο, αυτό θα μπορεί να αναζητηθεί με τις διατάξεις του α.π. από εκείνον που εις βάρος του οποίου προέκυψε ο πλουτισμός του άλλου. Η σημασία και η αναγκαιότητα του ανταλλάγματος ως νόμιμης αιτίας πλουτισμού ανακύπτει κυρίως στις περιπτώσεις ακύρων αμφοτεροβαρών συμβάσεων, όταν ήδη και παρά την έλλειψη συμβατικής υποχρεώσεως οι παροχές εκπληρώθηκαν, αλλά η μια δεν είναι δυνατόν κατά το νόμο ή από τη φύση να επιστραφεί. Οι παροχές, παρά την ακυρότητα της συμβάσεως που τις ενώνει, θα θεωρηθούν ως ενιαία περιουσιακή συναλλαγή και θα συνυπολογισθεί η αξία τους, έτσι ώστε να βρεθεί η διαφορά μεταξύ τους και να χορηγηθεί μια μόνο αξίωση α.π. για απόδοση της διαφοράς στο λήπτη της παροχής με τη μικρότερη αξία.  Δηλαδή ο λήπτης της παροχής που δεν μπορεί να επιστραφεί λόγω της δόσεως του ανταλλάγματος δεν θεωρείται ότι πλούτισε αδικαιολόγητα, μολονότι τον πλουτισμό του δεν στηρίζει σε έγκυρη σύμβαση. Πλουτισμός θα υπάρχει μόνο όταν προκύπτει ότι η αξία της παροχής του είναι μικρότερη από εκείνη της παροχής που έλαβε, δεδομένου ότι μόνο το μη καλυπτόμενο από το αντάλλαγμα μέρος του πλουτισμού παραμένει αδικαιολόγητο και ο λήπτης υποχρεούται σε απόδοση του». β) επί  de facto  συμβατικών σχέσεων. Για τέτοιες συμβάσεις γίνεται λόγος όταν άρχισαν να λειτουργούν αυτές παρ΄ ότι πάσχουν ακυρότητα. Γίνεται δεκτό τότε ότι παράγουν έννομες συνέπειες μέχρι να ακυρωθούν αυτές. Κυρίως αυτό το φαινόμενο παρατηρείται στις διαρκείς συμβάσεις [μίσθωση πράγματος, εταιρεία, χρησιδάνειο κλπ]. Παράδειγμα: σε περίπτωση άκυρης μίσθωσης δεν μπορεί ο μισθωτής να αναζητήσει το καταβληθέν μίσθωμα γιατί ο εκμισθωτής δεν πλούτισε αδικαιολόγητα αφού ο μισθωτής χρησιμοποίησε το μίσθιο. Σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν μπορεί ο εργοδότης να ζητήσει πίσω τον καταβληθέντα μισθό αφού θεωρείται ότι εργαζόμενος έδωσε αντάλλαγμα [την εργασία του]. γ) επί πώλησης ακινήτου με εικονικό τίμημα[11]. Στην περίπτωση αυτή ο αγοραστής μπορεί να αναζητήσει το τυχόν μεγαλύτερο τίμημα μόνο εφόσον αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ακινήτου. Παράδειγμα: ο Α πωλεί και μεταβιβάζει στον Β ένα διαμέρισμα αξίας 40.000.000 δρχ [αναγραφόμενο τίμημα] με πραγματικά καταβληθέν τίμημα 45.000.000 δρχ. Η συμφωνία για το πέραν των 40.000.000 δρχ είναι άκυρη γιατί δεν περιβλήθηκε τον τύπο [ΑΚ 1033, 369]. Ο Β μπορεί να αναζητήσει μόνο τα 5.000.000 δρχ και αυτό εφόσον ο Α δεν αποδείξει στο Δικαστήριο ότι το ακίνητο αξίζει πραγματικά 45.000.000 δρχ.

iii) Η βούληση του νομοθέτη. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο ίδιος ο νόμος δικαιολογεί την περιουσιακή μετακίνηση. Π.χ. νόμιμες αιτίες για τη διατήρηση του πλουτισμού προβλέπονται στις ΑΚ 1710 § § 1 και, 2 [κληρονομιά], ΑΚ 1041 [χρησικτησία], οι ατελείς ενοχές [π.χ. ΑΚ 272 § 2 καταβολή εν γνώσει παραγεγραμμένου χρέους, 844 παίγνιο ή στοίχημα κλπ], ΑΚ 906 καταβολή, εν γνώσει αχρεωστήτου[12]. Συμπέρασμα: η προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας πληρούται αν δεν συντρέχει καμιά από τις τρεις πιο πάνω νόμιμες αιτίες πλουτισμού [βούληση, αντάλλαγμα, νόμος], που και κάθε μια μόνη της αρκεί για τη δικαιολόγηση του.

Περιπτώσεις έλλειψης νόμιμης αιτίας.

i)     παροχή αχρεώστητη[13]. Τέτοια υπάρχει όταν καταβάλλεται χωρίς να υπάρχει λόγος [π.χ. καταβολή ανύπαρκτου χρέους] ή γιατί ο λόγος καταβολής εξέλειπε μεταγενέστερα [πλήρωση διαλυτικής αίρεσης]. ii) παροχή για αιτία μη επακολουθήσασα. Τέτοια περίπτωση υπάρχει σε περίπτωση καταβολής για μελλοντικό σκοπό, ο οποίος όμως σκοπός τελικά ματαιώνεται. π.χ. προκαταβολή ποσού για μελλοντική αγοραπωλησία, καταβολή αρραβώνα σε περίπτωση ματαίωσης μέλλουσας σύμβασης [ΑΚ 403], παροχές μνηστών εν όψει επικείμενου γάμου, καταβολή σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης η οποία απόφαση μεταγενέστερα ανατρέπεται. Περίπτωση παροχής για αιτία λήξασα έχουμε στις περιπτώσεις διαλυτικής αίρεσης [ΑΚ 202], ακύρωση ακυρώσιμης δικαιοπραξίας [πλάνη, απάτη απειλή]. Υποστηρίζεται ότι η διάκριση σε παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε και για αιτία λήξασα δεν είναι ευχερής, αλλά είναι και άνευ σημασίας εν όψει της ΑΚ 912 που επιφυλάσσει την ίδια μεταχείριση στις περιπτώσεις αυτές [ΑΚ 912 …σε περίπτωση απαίτησης για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ], iii) παροχή για αιτία παράνομη ή ανήθικη [ΑΚ 907]. Τέτοια περίπτωση υπάρχει σε παροχή για σκοπό που είναι παράνομος ή ανήθικος. Κάθε απαγορευμένη καταβολή δεν είναι και παράνομη. Παραδείγματα: α) ο Α καταβάλλει στον Β χρηματικό ποσό για να ζημιώσει το αυτοκίνητο του Γ. Η ανηθικότητα αφορά και τους δυο [αμφιμερής ανηθικότητα, ΑΚ 907] και έτσι δεν μπορεί ο Α να ζητήσει επιστροφή του ποσού αυτού με την αξίωση α.π., β) ο Α εκμεταλλεύεται την απειρία του Β [ΑΚ 179] και του πωλεί και μεταβιβάζει ένα ρολόι αξίας 5.000 δρχ έναντι 50.000 δρχ. Η υποσχετική δικαιοπραξία [πώληση] είναι άκυρη [ΑΚ 179, καταπλεονεκτική δικαιοπραξία] η εκποιητική όμως [μεταβίβαση κυριότητας έγκυρη λόγω του ότι η μεταβίβαση κυριότητας κινητού είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία, ΑΚ 1034] είναι έγκυρη. Ο Α δεν μπορεί να επικαλεστεί την ΑΚ 907 γιατί η ανηθικότητα αφορά μόνο αυτόν. Η διατύπωση της ΑΚ 907 που μιλάει μόνο για αμφιμερή ανηθικότητα [… αν η ανήθικη αιτία αφορά και το δότη.] είναι εσφαλμένη, καλύπτει και την μονομερή ανηθικότητα του δότη. Κατά την απολύτως κρατούσα άποψη, η αναζήτηση λόγω ανηθικότητας επιτρέπεται μόνο όταν αυτή [ανηθικότητα] αφορά τον λήπτη της παροχής όχι όταν αφορά τον δότη ή τον δότη και το λήπτη[14]. Δικαιολογία του αποκλεισμού της αναζήτησης είναι η άρνηση του νομοθέτη να προστατεύσει τα πρόσωπα που μετέρχονται ανηθικότητα στο συναλλακτικό βίο τους, nemo auditur propriam turpitudinem allegans! [κανείς δεν εισακούεται προβάλλοντας την δική του αισχρότητα]. Παράδειγμα[15]: ένας γιος δημιουργεί χρέη από χαρτοπαιξία, επειδή δεν έχει χρήματα εκβιάζει την μητέρα του ότι αν δεν του ξεπληρώσει τα χρέη, θα κλέψει την εταιρεία στην οποία εργάζεται. Η μητέρα του υποκύπτει και του πληρώνει το χρέος. Δικαιούται αυτή να αναζητήσει τον πλουτισμό αυτό· εδώ η ανηθικότητα αφορά αποκλειστικά τον λήπτη. Άλλο παράδειγμα[16]: ο Α εκμεταλλευόμενος την απειρία του Β [περίπτωση ΑΚ 179, καταπλεονεκτική δικαιοπραξία] του πουλάει και του μεταβιβάζει ένα φτηνό πίνακα αξίας 10.000 δρχ στην τιμή των 200.000 δρχ. Επειδή πρόκειται για μεταβίβαση κινητού, η εκποιητική δικαιοπραξία [μεταβίβαση κυριότητας, ΑΚ 1034] επειδή είναι αναιτιώδης, είναι έγκυρη και ο άπειρος Β γίνεται κύριος του. Όμως η αιτία [causa] της εκποιητικής δικαιοπραξίας, που είναι η υποσχετική δικαιοπραξία της πώλησης πάσχει λογω της ΑΚ 179. Επομένως, η μεταβίβαση της κυριότητας του πίνακα είναι προσωρινή, όχι οριστική, επειδή πάσχει η αιτία της εκποιητικής δικαιοπραξίας. Αν ο Α μετανιώσει αργότερα επειδή βρήκε άλλο ηλίθιο και θέλει να του πωλήσει τον ίδιο πίνακα σε μεγαλύτερη τιμή θα επικαλεστεί τον α.π λόγω της ακυρότητας της causa. Όμως, θα αποκρουστεί από τον Β με επίκληση της ΑΚ 907 αφού η ανηθικότητα [ΑΚ 179] βαρύνει μόνο τον δόντα. Αντιθέτως, ο Β μπορεί να ζητήσει από τον Α τις 200.000 δρχ επιστρέφοντας τον άχρηστο πίνακα γιατί αυτός δεν είναι ανήθικος, αντιθέτως είναι το θύμα της ανηθικότητας. Σχέση των ΑΚ 904, 907 με ΑΚ 178, 179 και ΑΚ 1094 επ. Κατά τον Π. Ζέπο[17], «το όλον σύστημα λειτουργίας της απαιτήσεως δι’  αιτίαν ανήθικον, κατ’  ΑΚ 904, 907, δεν θίγει κατ’  αρχήν την εφαρμογήν των διατάξεων ΑΚ 178 και ΑΚ 179 περί ακυρότητος της εις τα χρηστά ήθη αντιβαινούσης δικαιοπραξίας. Η ανήθικος δικαιοπραξία είναι άκυρος και κατ΄ ακολουθίαν άκυρος είναι και η εις εκπλήρωσιν ταύτης γενομένης παροχή, ήτις ούτως ως τοιαύτη, είτε διεκδικείται είτε αναζητείται, κατά την γενικήν ΑΚ 904 ή κατά τας περί απαιτήσεως αχρεωστήτου διατάξεις (τηρουμένων τότε και των εν ΑΚ 905, 906 οριζομένων). Η απαίτησις δι’  αιτίαν ανήθικον εφαρμόζεται ούτως όταν, συντρεχουσών των προϋποθέσεων αυτής, δεν ευσταθεί η γενική εξ ΑΚ 904 ή η δια το αχρεόστητον απαίτησις, κυρίως δ’  όταν πρόκειται περί παροχής καθ’  εαυτήν εγκύρου, ενεργουμένης όμως δια σκοπόν ανήθικον ως προς τον λήπτην (λ.χ. επί αναιτιωδών συμβάσεων)». Κατά τον Γ. Μπαλή[18], «επί αιτιώδους δικαιοπραξίας, ως π.χ. πώλησις και μεταβίβασης ακινήτου εγκαταστάσεως χαμαιτυπείου ως τοιούτου προς περαιτέρω εκλμετάλλευσιν, είναι φανερόν ότι άκυρος είναι ου μόνον η υποσχετική σύμβασις, δηλαδή η πώλησις, αλλά και η εκποιητική, δηλαδή η μεταβιβαστική δικαιοπραξία, ήτις γίνεται προς εκπλήρωσιν της υποσχετικής. Ακύρου δε ούσης ταύτης, χωρεί διεκδίκησις‒διότι κυριότης δεν μετεβιβάσθη‒ή απαίτησις δι’  αιτίαν ανύπαρκτον ή μη επακολουθήσασαν [(ΑΚ 904). Το άρθρον 907 δεν έχει ενταύθα εφαρμογήν, διότι προϋποθέτει εγκύρως γενομένην παροχήν, οπότε κατ΄ εφαρμογήν της αρχής in pari causa melior est conditio possidentis [εν ίση αισχρότητι κρείσσων ο νεμόμενος], ως και της ετέρας αρχής nemo auditur suam turpitudinem allegans, δεν χωρεί δια τον επιληψίμως δόντα αναζήτησις της εγκύρως γενομένης παροχής. Δεν αφορά όμως το άρθρον τούτον παροχήν εξ υπαρχής ανισχύρως‒λόγω της ανηθίκου αιτίας‒γενομένην, ουδέ σκοπεί να εμποδίσει την εντεύθεν διεκδίκησιν ή την αναζήτησιν της ακύρως ή ob causam γενομένης παροχής. Άλλως έχει επί αφηρημένης δικαιοπραξίας, π.χ. μεταβιβάζω εις τον Α το πολύτιμον ωρολόγιον μου ίνα μη λιβελλογραφήσει κατά του Β. Η αφηρημένη δικαιοπραξία είναι ανεξάρτητος της ανηθίκου αιτίας και δεν επηρεάζεται εκ ταύτης το κύρος αυτής, εκτός αν η ανήθικος αιτία δεν υπήρξεν απλώς το κίνητρον, αλλ’  απετέλεσε περιεχόμενον ή αίρεσιν της δικαιοπραξίας (διότι τότε αύτη φέρει εν αυτώ τω σώματι αυτής την κηλίδα του ανηθίκου). Πέραν της περιπτώσεως ταύτης η αφηρημένη δικαιοπραξία, αφού είναι ανεξάρτητος της αιτίας, δεν προσκρούει εις τα χρηστά ήθη και είναι ισχυρά‒παρά το ανήθικον της αιτίας‒διότι άλλως η τοιαύτη από της αιτίας ανεξαρτησία δεν θα είχεν έννοιαν. Ώστε η αφηρημένη δικαιοπραξία μεταβαβιάζει την κυριότητα της παροχής· επί πλέον, δυνάμει των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τότε μόνον χωρεί αναζήτησις της παροχής (condictio ob turpem causam) εκ μέρους του δόντος αυτήν, όταν το ανήθικον της αιτίας δεν βαρύνει τούτον (ΑΚ 907), ως  πράγματι δεν τον βαρύνει εις το προ ολίγου τεθέν παράδειγμα του ωρολογίου. Καθώς ελέχθη, το άρθρον 907 προϋποθέτει δικαιοπραξίαν, ήτις παρά το ανήθικον της αιτίας είναι έγκυρος και μεταβιβάζει την παροχήν, τουθ’  όπερ μόνον επί αφηρημένης δικαιοπραξίας είναι νοητόν». Κατά τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Κ. Καυκά[19], «επί των αιτιωδών συμβάσεων το κύρος αυτών ήρτηται εκ της εν αυταίς αναφερομένης αιτίας επομένως εάν αύτη είναι ανήθικος, είναι άκυρος και ολόκληρος η σύμβασις [ΑΚ 178, 179], τόσον η υποσχετική όσον και η μεταβιβαστική της παροχής, ήτις γίνεται προς εκπλήρωσιν της πρώτης. Ακύρου δε ούσης ταύτης και μη μεταβιβασθείσης συνεπώς της κυριότητος ή νομής της παροχής εις τον λήπτην, χωρεί είτε διεκδίκησις ταύτης παρά του δόντος (ως παραμένοντος κυρίου της) ή έγερσις παρ’  αυτού της condicio indebiti προς ανάληψιν της, ως παραμενούσης παρά τω λήπτη άνευ αιτίας (αφού η υπάρχουσα τοιαύτη είναι άκυρος καθ’ ο ανήθικος). Κατά του ούτω απαιτούντος την τοιαύτην παροχήν δεν δύναται να αντιταχθεί παρά του λήπτου αυτής ο ισχυρισμός ότι αφορά τυχόν και αυτόν η ανήθικος αιτίας, επομένως ούτος δεν δύναται να αναζητήση αυτήν κατά το άνω 907 § 1 ΑΚ διότι ο δους την παροχήν δεν εγείρει την condicio ob turpem causam (καθής δύναται να αντιταχθεί η ένστασις αυτή) αλλά ή την διεκδικητικήν αγωγήν ή την condicio indebiti. Ούτω ο πωλήσας ή μεταβιβάσας ακίνητον, ίνα χρησιμοποιηθεί ως απηγορευμένος οίκος ανοχής, δύναται ή να διεκδικήσει το πωληθέν και παραδοθέν τούτο πράγμα, λόγω του ότι η αιτία δι’  ην μετεβίβασεν την κυριότητα αυτού είναι ανήθικος και συνεπώς, άκυρος, μη μεταβιβασθείσης της κυριότητας του εις τον αγοραστήν ή να απαιτήσει την ανάληψιν αυτού δια της περί αχρεωστήτου αγωγής ή της condicio ob causam, εάν περέσχεν  επί τη συμφωνία ότι και ο έτερος θα παράσχει τι εις αυτόν, παρά την ακυρότητα της συμβάσεως … Επί αναιτιωδών συμβάσεων όμως αίτινες είναι έγκυροι ανεξαρτήτως της αιτίας δι’  ην συνήφθησαν, η το αντικέιμενον αυτών αποτελούσα παροχή μεταβιβάζεται κατά κυριότητα και νομήν εις τον λήπτην, παρά το ανήθικον της αιτίας δι’  ην πράγματι εγένετο η μεταβίβασις αύτη, ο δους επομένως αυτήν θα δύναται να την αναζητήσει μόνον δια της προκειμένης αγωγής,  εάν η ανήθικος αιτία αφορά μόνον τον λήπτην, αποκλειομένης της παρ’  αυτού αναζητήσεως (κατ’  εφαρμογήν του ΑΚ 907 § 1) εάν η ανήθικος αιτία αφορά ή μόνον αυτόν ή αυτόν και τον λήπτην … Κατ’  εξαίρεσιν, επί των αισχροκερδών δικαιοπραξιών όπου το ΑΚ 179 απαγγέλλει την ακυρότητα της μεταβιβάσεως της παροχής και όταν αύτη γίνεται δι’  αναιτιώδους συμβάσεως, ο την κυριότητα κινητού μεταβιβάζων, θα δύναται να διεκδικήσει αυτό (αφού ο λήπτης αυτού δεν εγένετο κύριος τούτου), έστω και εάν η ανηθικότης αφορά και αυτόν, διότι δεν έχει εν τη περιπτώση ταύτη εφαρμογήν το άρθρον 907 § 1 (είναι ζήτημα όμως εάν θα εμφανισθή ποτέ περίπτωσις καθ’  ην ο λήπτης της παροχής υπό τους όρους της ΑΚ 179 θα διατελή και αυτός εν ανηθικότητι)». Γίνεται όμως επίσης δεκτό[20], «ζήτημα γεννιέται για το αν η παροχή που δόθηκε για αιτία ανήθικη μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αχρεόστητη (αφού η ανηθικότητα προκαλεί ακυρότητα της σύμβασης) ή με τις διατάξεις της διεκδικητικής αγωγής. Ορθότερη είναι η άποψη ότι ο σκοπός της ΑΚ 907 επιβάλλει τον αποκλεισμό της δυνατότητας αναζήτησης του πλουτισμού μέσω οποιασδήποτε άλλης οδού. Ειδικά στη περίπτωση κατάφασης της δυνατότητας διεκδίκησης του πλουτισμού μέσω των διατάξεων για την κυριότητα θα παρουσιαζόταν η εξής αντινομία: όταν η ανηθικότητα είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε να συμπαρασύρει σε ακυρότητα‒εκτός από την ενοχική‒και την εκποιητική δικαιοπραξία, ο δότης διατηρεί την κυριότητα και αναζητά τη νομή ή κατοχή του πράγματος. Αντίθετα, όταν η ανηθικότητα είναι μικρότερης σημασίας και θίγει μόνο την ενοχική δικαιοπραξία, ο δότης χάνει την κυριότητα και δε μπορεί κατά κανένα τρόπο [ΑΚ 907] να αναζητήσει τον πλουτισμό[21]. Παράδειγμα: ο Α εκμεταλλεύεται την απειρία του Β και του πωλεί και μεταβιβάζει ένα ρολόι αξίας 5.000 δρχ έναντι τιμήματος 50.000 δρχ. Λόγω της ανηθικότητας η υποσχετική δικαιοπραξία (πώληση) είναι άκυρη (ΑΚ 178, 179). Η εκποιητική όμως σύμβαση, ως αναιτιδώδης, είναι έγκυρη, και ο Β γίνεται κύριος του ρολογιού. Έστω ότι η ανηθικότητα αυτή συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την αναιτιώδη εκποιητική δικαιοπραξία και, επομένως, ο Β δε γίνεται κύριος του ρολογιού. Επειδή η ανηθικότητα φορά μόνο τον δότη (όχι το λήπτη) δε δικαιούται να ζητήσει την παροχή (ρολόι) κατ’  ΑΚ 907 § 1. Με βάση την κρατούσα άποψη (Γ. Μπαλής. Κ. Καυκάς και Ζέπος, αν τον κατανοώ σωστά!) θα μπορούσε να την αναζητήσει μέσω της διεκδικητικής αγωγής (ΑΚ 1094 επ). Όμως, κατά τη, σωστή, άποψη των Γεωργιάδη‒ Σταθόπουλου, ο Α, παρότι κύριος λόγω της ακυρότητας και της εκποιητικής δικαιοπραξίας, δε δικαιούται να αναζητήσει την παροχή ούτε μέσω της διεκδικητικής αγωγής. Με την αγωγή α.π δε μπορεί λόγω της ανηθικότητας του δότη)».

Τριμερείς σχέσεις.

Για τέτοιες σχέσεις γίνεται λόγος όταν μετέχουν στην μετακίνηση του πλουτισμού τρία πρόσωπα. Διακρίνονται δυο είδη τριγωνικών σχέσεων, α) η γραμμική σχέση και β) η τριγωνική σχέση. i) Γραμμική σχέση υπάρχει στην περίπτωση της αλυσίδας πλουτισμών, τέτοια υπάρχει στην περίπτωση αλλεπάλληλων μεταβιβάσεων[22]. Γραμμικές σχέσεις έχουμε στις σχέσεις που κάποιος νομιμοποιείται να εκπροσωπεί κάποιον άλλο και να προκαλεί αποτελέσματα είτε υπέρ είτε εις βάρος αυτού. Στις περιπτώσεις αυτές εντάσσονται η άμεση αντιπροσώπευση [ΑΚ 211], η εκπροσώπηση με επιτετραμμένο να δεχτεί την καταβολή [ΑΚ 417], ο κομιστής εξοφλητικής απόδειξης [ΑΚ 426], οι σχέσεις που προκύπτουν από την καταβολή σε φαινομενικό δικαιούχο [ΑΚ 461, 893 εδ. β’, 1963, ΚΠολΔ 822], η εγγύηση[23] [ΑΚ 847], η εντολή σε πίστωση τρίτου [ΑΚ 870], η σύμβαση σε βάρος τρίτου [ΑΚ 415][24].  Παράδειγμα: ο Α πωλεί ένα κινητό στον Β και αυτός στον Γ. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η έμμεση αντιπροσώπευση κατά την οποία πρέπει να γίνουν δυο δικαιοπραξίες για να αποκτήσει ο αντιπροσωπευόμενος, μια μεταξύ τρίτου και αντιπρόσωπου [πρώτη] και μια μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου. 1. Παθολογία μιας από τις δυο σχέσεις. Η αναζήτηση του πλουτισμού θα γίνει στη σχέση που πάσχει. Παράδειγμα: ο συλλέκτης πινάκων ζωγραφικής Α ζήτησε από τον έμπορο ζωγραφικών πινάκων Β να αγοράσει για λογαριασμό του Α ένα πίνακα από τον Γ [περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης[25]]. Γίνεται η συναλλαγή μεταξύ του Β και του Γ, κατόπιν ο Β μεταβιβάζει στον Α. Αν πάσχει η σχέση μεταξύ Γ και Β, ο Γ θα στραφεί κατά του Β και όχι κατά του Α που απέκτησε έγκυρα από τον Β. 2. Παθολογία και στις δυο σχέσεις. Στην περίπτωση αυτή η αναζήτηση θα γίνει από τον αρχικώς μεταβιβάσαντα στον τελικώς αποκτήσαντα. Παράδειγμα: ο Α πώλησε και μεταβίβασε ένα ακίνητο στον Β σε περιοχή παραμεθόρια χωρίς την απαραίτητη άδεια. Ο Β πωλεί και μεταβιβάζει στον Γ που αποκτά τη νομή του ακινήτου. Και οι δυο μεταβιβάσεις είναι άκυρες λόγω παράβασης της νομοθεσίας σε παραμεθόρια περιοχή. Ο Α δικαιούται να στραφεί κατά του Γ. ii) Τριγωνική [ή γωνιακή] σχέση. Στην τριγωνική σχέση μετέχουν δυο πρόσωπα, του καταβάλλοντος και του αποκτώντος αλλά και ένα τρίτο που συνδέεται με τα δυο αυτά πρόσωπα, π.χ. έκταξη [ΑΚ 876], εκχώρηση [ΑΚ 455], σύμβαση υπέρ τρίτου [ΑΚ 410 επ], αναδοχή χρέους [ΑΚ 471], εγγύηση [ΑΚ 847]. Άλλα παραδείγματα από τους Δεληγιάννη‒Κορνηλάκη[26]: έμμεση αντιπροσώπευση, καταπίστευση[27], μεταπρασία, εντολή [ΑΚ 716], χρησιδάνειο [ΑΚ 819], Παρακαταθήκη [ΑΚ 825], εργοδότης-εργολάβος και εργάτης [ΑΚ 702]. Η σχέση μεταξύ καταβάλλοντος και ενδιάμεσου ονομάζεται σχέση κάλυψης, η σχέση μεταξύ εισπράξαντος και ενδιάμεσου ονομάζεται σχέση αξίας. Έστω ότι ο Α οφείλει στον Χ 1000 δρχ και ο Χ οφείλει στον Β 1000 δρχ και καταβάλλει ο Α με υπόδειξη του Χ στον Β, σχέση κάλυψης είναι η σχέση μεταξύ Α και Χ, σχέση δε αξίας είναι η σχέση μεταξύ Χ και Β. Η σχέση αυτή μπορεί να παρασταθεί με ένα τρίγωνο στου οποίου την κορφή βρίσκεται ο Χ και στα άκρα της απέναντι βάσης βρίσκονται οι Α και Β. Περιπτώσεις: α) παθολογία σχέσης κάλυψης. Παράδειγμα: ο Α αναλαμβάνει με άκυρη σύμβαση την υποχρέωση προς τον Χ να καταβάλλει στον Β 100.000 δρχ που οφείλει ο X στον Β. Ο Α έχει την αξίωση α.π. κατά του Χ και όχι κατά του Β που απέκτησε νόμιμα από τον Χ, αντίθετα ο Χ πλούτισε επί ζημία του Α αφού απαλλάχτηκε αυτός [Χ] από χρέος του. β) παθολογία στη σχέση αξίας. Παράδειγμα: ο Α οφείλει στον Χ 50.000 δρχ από αγοραπωλησία. Ο Χ ζητά από τον Α να καταβάλλει το ποσό αυτό στον Β στον οποίο οφείλει [Χ] το ίδιο ποσό λόγω δανείου. Η δανειστική σύμβαση όμως είναι άκυρη. Την αξίωση α.π. στην περίπτωση αυτή έχει ο Χ κατά του Β. γ) παθολογία και στις δυο σχέσεις [κάλυψης και αξίας]. Παράδειγμα: ο Α πώλησε στον τοκογλύφο Χ ένα αυτοκίνητο αξίας 10.000.000 δρχ για να εξοφλήσει χρέος του σ΄ αυτόν αξίας 3.000.000 δρχ. Ο Χ ζήτησε από τον Α να μεταβιβάσει απευθείας το αυτοκίνητο στον Β στον οποίο είχε υποσχεθεί ο Χ να καταβάλλει ποσό 5.000.000 δρχ. Ο Β γνώριζε από τι συναλλαγή προερχόταν το αυτοκίνητο. Η πώληση μεταξύ Α και Β είναι άκυρη λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη [ΑΚ 178]. Το ίδιο ισχύει όμως και για την πώληση από τον Χ στον Β λόγω αντίθεσης στο νόμο [ΑΚ 174, ΠοινΚ 394, αποδοχή προϊόντος εγκλήματος]. ο Α μπορεί να στραφεί απευθείας κατά του Β.

Ευθύνη του λήπτη [ΑΚ 908 –912]

     Σύμφωνα με την ΑΚ 908 ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα από αυτό. Επομένως, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει αυτούσιο τον πλουτισμό. Ο όρος πράγμα στην ΑΚ 908 ερμηνεύεται διασταλτικά. Έτσι, εκτός από το υλικό πράγμα, σαν πράγμα νοείται και ασώματο αντικείμενο [απαίτηση], π.χ. επανεκχώρηση εκχωρηθείσας απαίτησης. Η αναμεταβίβαση του πλουτισμού γίνεται με τις οικείες μεταβιβαστικές πράξεις [μεταβίβαση κυριότητας, μεταβίβαση νομής, επανεκχώρηση κλπ]. Σαν αντάλλαγμα νοείται κάθε οικονομική αξία που υπεισέρχεται στη θέση του αρχικού πλουτισμού [πράγματος]. Ανάμεσα δηλαδή στον αρχικό πλουτισμό και στο αντάλλαγμα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια. Ο δότης μπορεί να αναζητήσει σαν αντάλλαγμα πράγμα που αγόρασε με χρήματα που αποτελούσαν τον αρχικό πλουτισμό. Παράδειγμα: ο Α εκμεταλλεύεται τον ανάπηρο πατέρα του Β ωθώντας τον στη ζητιανιά. Με τα χρήματα της ζητιανιάς ο Α αγοράζει αυτοκίνητο. Ο Β μπορεί να αναζητήσει από τον Α το αυτοκίνητο αυτό σαν αντάλλαγμα των χρημάτων που αποτελούσαν τον αρχικό πλουτισμό του [Α][28]. Ζήτημα γεννάται αν το αντάλλαγμα που υπεισήλθε στη θέση του αρχικού πλουτισμού έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία του αρχικού πλουτισμού. Στην περίπτωση που το αντάλλαγμα έχει μικρότερη αξία, οφείλεται αυτό. Στην περίπτωση όμως που έχει μεγαλύτερη αξία του αρχικού πλουτισμού όριο για την επιστροφή του ανταλλάγματος θέτουν οι ΑΚ 281 και η προσωπική συμβολή του λήπτη στην επίτευξη μεγαλύτερης αξίας του ανταλλάγματος. Όταν αποδεικνύεται ότι το μεγαλύτερο τίμημα επιτεύχθηκε χάρις στις ικανότητες του λήπτη [φήμη, επαγγελματική ικανότητα κλπ] θεωρείται ότι ο πλουτισμός δεν επήλθε σ βάρος του δότη. Το επί πλέον τίμημα μπορεί ενδεχομένως να ζητηθεί με τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων [ιδίως ΑΚ 739, 734, 719]. Παραδείγματα: α) ο Α μεταβιβάζει στον Β χωρίς έγκυρη υποσχετική σύμβαση ένα αυτοκίνητο αξίας 800.000 δρχ. Αυτό καταστρέφεται στα χέρια του Β και ο Β εισπράττει την ασφαλιστική αποζημίωση ύψους 850.000 δρχ. Ο Α δικαιούται ολόκληρο το αντάλλαγμα. β) ο έμπορος αυτ/ των Α, νομίζοντας ότι το αυτοκίνητο του Β αξίας 1.000.000 δρχ του έχει μεταβιβασθεί νόμιμα, χάρις στις επαγγελματικές ικανότητες του το πωλεί στον Γ έναντι 1.200.000 δρχ. Ο Β δεν μπορεί να ζητήσει και τις 200.000 δρχ αφού αυτές επιτεύχθηκαν χάρις στις προσωπικές ικανότητες του Α, επομένως, όχι επί ζημιά του Α. γ) ο Α δίδει στον Β ένα λαχείο[29] για εξόφληση χρέους που νόμιζε πως είχε έναντι του. Ο Β κερδίζει τον πρώτο λαχνό και κάποια εκατομμύρια μέσω αυτού. ο Α ακυρώνει‒λόγω πλάνης προφανώς [ΑΚ 140 επ] την μεταβίβαση αυτή‒και ο Β υποχρεούται να επιστρέψει όχι το αντίτιμο που κατέβαλλε στον Α αλλά όλο το κέρδος του λαχείου [ΑΚ 908  εδάφιο β’, «… καθώς και ό,τιδήποτε απέκτησε από το πράγμα»].

Αύξηση της ευθύνης του λήπτη [ΑΚ 910-912]

Σύμφωνα με την ΑΚ 910, από την επίδοση της αγωγής ο λήπτης ευθύνεται κατά τις ΑΚ 346 και 348 [ευθύνη για τόκους και κατά τις διατάξεις της διεκδικητικής αγωγής και της υπερημερίας, ΑΚ 340 επ, 1096, 1104 και 1106] άσχετα αν αυτός δεν είναι πλουσιότερος πια. Έτσι[30]: α) δεν εφαρμόζεται η επιεικής ΑΚ 909 και ο λήπτης εξακολουθεί να ευθύνεται, είτε σώζεται είτε δε σώζεται ο πλουτισμός, β) αν ο πλουτισμός είναι χρηματική οφειλή, οφείλονται τόκοι ανεξάρτητα από υπερημερία του λήπτη [ΑΚ 346 σε συνδ· με ΑΚ 910], γ) αν ο πλουτισμός συνίσταται σε ορισμένη παροχή [ενοχή είδους], εφαρμόζεται η ΑΚ 348 που παραπέμπει στις διατάξεις για τη διεκδικητική αγωγή [ΑΚ 1096 επ], επομένως ο πλουτήσας ευθύνεται σε αποζημίωση για υπαίτια χειροτέρευση, αδυναμία απόδοσης του αντικειμένου του πλουτισμού [ΑΚ 348 § 1 και ΑΚ 1097], υποχρεούται σε απόδοση των ωφελημάτων που συνέλλεξε καθώς και αυτών που από υπαιτιότητα του παρέλειψε να συλλέξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης [ΑΚ 1096 εδ. β΄, ΑΚ 348 § 2] κλπ.

Σύμφωνα με την AK 912 § 1, «σε περίπτωση απαίτησης για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ο λήπτης, αφότου όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση, ευθύνεται για ό,τι έλαβε σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή». Σύμφωνα με την νμλγ μας[31], «η διάταξη αυτή στοιχειοθετεί μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα ότι η ευθύνη του πλουτήσαντος υπάρχει μόνον εφόσον σώζεται ο πλουτισμός του κατ’  ΑΚ 909 και προβλέπει ότι η ευθύνη του πλουτήσαντος διατηρείται ακέραιη, και μάλιστα αυξημένη, παρά την απώλεια ή τη μείωση του πλουτισμού του, αν η απώλεια ή η μείωση επήλθε με υπαίτια άγνοια του πλουτήσαντος ως προς το ενδεχόμενο ελλείψεως της νόμιμης αιτίας. Στη περίπτωση αυτή ο λήπτης δε μπορεί να θεωρηθεί καλής πίστεως και η κακοκπιστία του αυτή αποτελεί την αιτία της αυξημένης ευθύνης του λήπτη, η οποία υπάρχει από τις δυο προαναφερόμενες προϋποθέσεις, δηλαδή α) εφόσον υπάρχει απαίτηση για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, και β) εφόσον ο λήπτης όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση. Για τη δεύτερη προϋπόθεση, κριτήριο για το αν ο λήπτης «ώφειλε να προβλέψει την αναζήτηση» προσφέρει η έννοια της αμελείας, αν δηλαδή η μη πρόβλεψη ή η άγνοια οφείλεται σε αμέλεια του λήπτη (βαρειά η ελαφρά). Για την πρώτη προϋπόθεση, κριτήριο αποτελεί το αν η ύπαρξη ή μη της νόμιμης αιτίας του πλουτισμού εξαρτάται ακόμη από μελλοντικό γεγονός (τη μη επακολουθήσασα ή λήξη της αιτίας) αν ο πλουτισμός δηλαδή δεν παρουσιάζεται οριστικά δικαιολογημένος για το λήπτη, αφού υπάρχει από την αρχή (με τη δόση της παροχής) ή γεννήθηκε αργότερα λόγος ανατροπής της αρχικά υφισταμένης νόμιμης αιτίας και ως εκ τούτου ο πλουτήσας, ως επιμελής συναλλασσόμενος, οφείλει να υπολογίζει σε ενδεχόμενη ανατροπή της νόμιμης αιτίας και επομένως και σε αναζήτηση του πλουτισμού. Περίπτωση δε αιτίας που δεν επακολούθησε ή έληξε αποτελεί η εξαφάνιση συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου υπό ανωτέρου δικαστηρίου αποφάσεως κατωτέρου δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ο ηττηθείς προέβη σε παροχή προς τον νικήσαντα διάδικο, για τον οποίο η κτήση δεν εμφανίζεται οριστική μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί του ασκηθέντος ενδίκου μέσου».

 Η επιεικής ρύθμιση της ΑΚ 909 ισχύει μόνο για τον καλοπίστως πλουτήσαντα. Η κακοπιστία του λήπτη αποτελεί το δικαιολογητικό λόγο της επίτασης της ευθύνης κατά τις ΑΚ 910 επ[32]. Επομένως, ο αδικαιολόγητα πλουτήσας οφείλει να διαχειρίζεται με επιμέλεια τον πλουτισμό υπολογίζοντας στο ενδεχόμενο επιστροφής του αν δεν είναι βέβαιος για τη νομιμότητα του. Οι διατάξεις αυτές [ΑΚ 910-912] εφαρμόζονται αναλόγως και σε κάθε άλλη περίπτωση που συντρέχουν οι ίδιοι λόγοι, δηλαδή σε κάθε περίπτωση γνώσης της έλλειψης νόμιμης αιτίας, οποιοσδήποτε και αν είναι ο λόγος του πλουτισμού[33]

Ευθύνη τρίτου [ΑΚ 913].

Κατόπιν των γόνιμων προβληματισμών που έθεσε στο σεμινάριο μας με τη συμμετοχή του ο Πρόεδρος Εφετών Ανατολικής Κρήτης κ. Απ. Παπαθεοδώρου, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω μια σχετικά σύντομη ερμηνεία της ΑΚ 913.

Σκοπός της διάταξης. Κατά τον Απ. Γεωργιάδη[34], «με τη θέσπιση της διάταξης αυτής ο νόμος εξομοιώνει κατ’  αποτέλεσμα τη χαριστική αιτία με την ανύπαρκτη: η χαριστική πράξη δε μπορεί να αποτελέσει νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, παρά την εγκυρότητα της ως δικαιοπραξίας (π.χ. ισχυρή δωρεά). Η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται στο πλαίσιο της γενικότερης δυσπιστίας, με την οποία το δίκαιο αντιμετωπίζει τις ελευθεριότητες[35]. Είναι συνεπώς λογικό να μη θεωρείται άξια προστασίας μια περιουσιακή κτήση, για την οποία δεν έχει καταβληθεί αντάλλαγμα, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν δεν υπάρχει η συναίνεση του ζημιωθέντος‒πραγματικού φορέα του αντικειμένου της χαριστικής πράξης». Κατ’  άλλη άποψη[36], «η θέσπιση της ΑΚ 913, εντασσομένης στο όλο σύστημα του δικαίου του αδικ. πλουτισμού, βρίσκει τη δικαιολογία της στο ότι ο νόμος δεν θεωρεί την κτήση από χαριστική αιτία ως επαρκή λόγο διατηρήσεως [νόμιμη αιτία] του πλουτισμού, όταν δεν έχει στην κτήση αυτή συναινέσει εκείνος στον οποίο πραγματικά ανήκε το δωρούμενο, εκείνος δηλ· σε βάρος του οποίου αποβαίνει ο πλουτισμός. Δωρεά με περιουσιακά μέσα τρίτου («με ξένα κόλλυβα») και όχι του δωρητή, και να είναι έγκυρη ως σύμβαση, δεν είναι ανεκτή, δηλαδή δε συνιστά δικαιολογημένο πλουτισμό. Η χαριστική αιτία εδώ εξομοιώνεται με την ανύπαρκτη αιτία. Η δυσμενέστερη μεταχείριση της κτήσεως από χαριστική αιτία, σε σχέση με την κτήση έναντι ανταλλάγματος, είναι «υγιής σκέψη που διαρρέει την ιστορία του δικαίου» και εκδηλώνεται στο δίκαιο του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρώτιστα με τη δικαιολογητική για τον πλουτισμό δύναμη του ανταλλάγματος, που δίνεται στο ζημιωθέντα ή και σε άλλον. Όπως και ο λήπτης της γενικής ρήτρας, έτσι και ο τρίτος της ΑΚ 913 θεωρείται από το νομοθέτη ως κάτοχος αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο τρίτος ούτε αντάλλαγμα έδωσε για τον πλουτισμό του, αλλά ούτε τον στηρίζει σε σύμβαση με το πρόσωπο σε βάρος του οποίου τον απέκτησε, δηλαδή τον ζημιωθέντα ενάγοντα».

Προϋποθέσεις της αξίωσης κατά του τρίτου: 1) αξίωση κατά του αρχικού λήπτη αδικαιολογήτως πλουτίσαντος. Δηλαδή  να μπορούσε να εναχθεί με την αγωγή α.π., 2) διοχέτευση του πλουτισμού σε τρίτον με χαριστική πράξη. Αντικείμενο του πλουτισμού που διοχετεύεται στο τρίτο είναι, είτε αυτούσιος  είτε το αντάλλαγμα του [ΑΚ 908]. Στη ρύθμιση της ΑΚ 913 θεωρείται ως χαριστική δικαιοπραξία και αυτή που υποκρύπτεται από εικονική επαχθή[37]. Παράδειγμα[38]: ο έμπορος αυτοκινήτων Α πώλησε με πίστωση του τιμήματος και μεταβίβασε ένα αυτοκίνητο στον Β έναντι 5.000.000 δρχ και ο τελευταίος το πώλησε και το μεταβίβασε στον ανηψιό του Γ έναντι 2.000.000 δρχ. Η πώληση από τον Β στον Γ έγινε με χαμηλότερο τίμημα σε σχέση με την πραγματική αξία του αυτοκινήτου γιατί ο Β ήθελε να δωρήσει το επιπλέον στον Γ [μεικτή σύμβαση πώλησης και δωρεάς]. Επειδή ο Β δεν πλήρωσε τίμημα όταν αυτό κατέστη ληξιπρόσθεσμο, ο Α υπαναχώρησε. Ο Α μπορεί να αναζητήσει τα 2.000.000 δρχ από τον Β [ΑΚ 908 εδ. α] και τα 3.000.000 δρχ από τον Γ. Όπως διαπιστώνεται εδώ, στο παράδειγμα υπάρχει συρροή ευθυνών του αρχικώς πλουτήσαντος και του χαριστικώς αποκτήσαντος. Και υπάρχει και σε ολόκληρο ευθύνη αρχικώς πλουτήσαντος και τελικώς αποκτήσαντος [με χαριστική δικαιοπραξία].

Αξίωση in rem scripta. Η απο τήν ΑΚ 913 απορρέουσα αξίωση του ζημιωθέντος είναι πραγματοπαγής [in rem scripta][39].

Παραγραφή[40]. Η αξίωση α.π υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή. Όταν όμως πρόκειται για αξίωση α.π. που πηγάζει με οποιοδήποτε τρόπο από μια έννομη σχέση και ο νόμος προβλέπει, κατά το πνεύμα του, για όλες τις απαιτήσεις που πηγάζουν από αυτή τη σχέση, ειδική βραχυπρόθεσμη παραγραφή, τότε αυτή η βραχυπρόθεσμη παραγραφή καταλαμβάνει και την αξίωση α.π Έτσι, η αξίωση α.π που πηγάζει από μια σχέση από τις αναφερόμενες στο 250 υπόκειται σε πενταετή παραγραφή. Ερευνώντας την νμλγ [συντάκτης της παρούσας σεμιναριακής ανάλυσης] βρήκα εφαρμογή της άποψης αυτής σε αξίωση Δικηγόρου για λήψη αμοιβής του [ΑΠ 1117/ 00 ΕΕΝ 2002.93, ΜονΠρΑθ 135/ 01 ΕΕργΔ 2002.219]. Η παραγραφή αρχίζει με τη γέννηση της αξίωσης [δηλαδή αφότου ο λήπτης απέκτησε το πλουτισμό και συνέτρεξαν και οι υπόλοιπες προπυποθέσεις της ΑΚ 904] και εφόσον βέβαια ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Ασκήσεις.

1.

     Ο Α που εργάζεται ως υπάλληλος στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Β, αφαίρεσε κρυφά μια έγχρωμη τηλεόραση αξίας 100.000 δρχ την οποία αφού χρησιμοποίησε μερικές ημέρες στο σπίτι του, πώλησε μετά στον καλόπιστο Γ. Κατά την πώληση ο Α τόνισε κατά τέτοιο τρόπο τα πλεονεκτήματα της συσκευής αυτής ώστε κατόρθωσε να εισπράξει ως τίμημα το ποσό των 130.000 δρχ. Μετά την αποκάλυψη της κλοπής και των όσων ακολούθησαν, ο Β σας συμβουλεύεται στις εξής απορίες του: α) μπορεί να ζητήσει την απόδοση της συσκευής από τον Γ; β) αν δεν ενδιαφέρεται πια για την ανάκτηση μιας μεταχειρισμένης συσκευής και προτιμά να ζητήσει από τον Α τα χρήματα που αυτός εισέπραξε, πόσα δικαιούται να ζητήσει, 100.000 δρχ ή 130.000 δρχ;

Λύση.

Η έννοια του βοηθού νομής ορίζεται στην ΑΚ 986. Βοηθός νομής είναι το πρόσωπο που βοηθά τον νομέα στην άσκηση του corpus και βρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής ή οικογενειακής εξάρτησης οφείλοντας να ακολουθεί ως προς την διαχείριση του πράγματος τις οδηγίες του νομέα. Οικιακή εξάρτηση υπάρχει στα συνοικούντα με το νομέα πρόσωπα [τέκνα, γονείς, σύζυγος κλπ]. Υπηρεσιακή εξάρτηση υπάρχει σε όσους συνδέονται με τον νομέα με σχέση ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου [εργάτες, υπάλληλοι]. Παραδείγματα: ο υπάλληλος ενός καταστήματος, ο εργάτης ως προς τα μηχανήματα του εργοστασίου, η οικιακή βοηθός ως προς τα οικιακά σκεύη, ο μάγειρας ως προς τα σκεύη της κουζίνας, ο οδηγός ως προς το αυτοκίνητο του νομέα, οι υπάλληλοι ως προς τα πράγματα του νομικού προσώπου. Βοηθός κατοχής είναι το πρόσωπο που χρησιμοποιεί ο κάτοχος για να τον βοηθά στην άσκηση της κατοχής του. Παραδείγματα: ένας εργοστάσιο μισθώνει μηχανήματα, οι εργάτες είναι βοηθοί κατοχής, Αν κάποιος μισθώνει αυτοκίνητο και προσλαμβάνει οδηγό, αυτός είναι βοηθός κατοχής. Σε μισθωμένο διαμέρισμα, η υπηρέτρια είναι βοηθός κατοχής.

Κλοπιμαία και απολωλότα.

Δικαιολογία της εξαίρεσης από την καλόπιστη κτήση στα κλοπιμαία και απολωλότα αποτελεί το γεγονός ότι, όταν το πράγμα ξεφεύγει από τα χέρια του κυρίου παρά τη θέληση του, δεν συνέβαλλε αυτός στην εμφάνιση του μεταβιβάσαντος ως κυρίου και δεν πρέπει να υποστεί αυτός τις συνέπειες της παρανομίας του δήθεν δικαιούχου. Αν αναγνωριζόταν η καλόπιστη κτήση και στα κλοπιμαία, θα ενισχυόταν η κλοπή και κλεπταποδοχή. Θα καταλήγαμε έτσι, ότι πατάσσομε με τον ποινικό νόμο να υποθάλπομε με τον αστικό νόμο.

     Κλοπιμαία θεωρούνται αυτά που αποτελούν αντικείμενο της κλοπής με την έννοια του ποινικού νόμου. Επομένως, σ′ αυτά δεν περιλαμβάνονται τα υπεξαιρούμενα [βλ· ΑΚ 1036 § 2].

Απολωλότα.

Ο όρος απώλεια έχει την έννοια κάθε απώλειας της κατοχής χωρίς τη βούληση του κυρίου ή αυτού που κατέχει στο όνομα του κυρίου. Περιπτώσεις: α) αν το πράγμα κατέχεται από τρίτο στο όνομα του κυρίου, απώλεια υπάρχει αν το πράγμα φεύγει της κατοχής του τρίτου χωρίς τη βούληση και των δυο. παραδείγματα: κινητό του Α που κατέχεται από τον Β ξεφεύγει από την κατοχή του. Ο Β κατέχει ως μισθωτής ενός κινητού του Α το υπεξαιρεί και το εκποιεί στον ΚΠ. Το πράγμα δεν είναι απολωλός. β) στην περίπτωση του βοηθού νομής. Ο Α υπάλληλος σε φωτογραφείο αφαιρεί μια φωτογραφική μηχανή και την πωλεί στον ΚΠ. Δεν αποκτά κυριότητα.

     Ως αντάλλαγμα κατά την ΑΚ 908 νοείται κάθε οικονομική αξία που υπεισέρχεται στη θέση του αρχικού πλουτισμού σαν υποκατάστατο του. Πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στον πλουτισμό και το αντάλλαγμα. Αν ο πλουτισμός συνίσταται σε χρήμα και το αντάλλαγμα είναι πράγμα, τότε κατά την νμλγ μας[41] οφείλεται και αυτό. π.χ. ο Α εκμεταλλευόμενος τον ανάπηρο πατέρα του Β παίρνει τα χρήματα της επαιτείας και αγοράζει αυτοκίνητο στο όνομα του. Ο πατέρας Β μπορεί να αναζητήσει το αυτοκίνητο αν αποδείξει ότι ο γιος Α δεν είχε άλλα χρήματα ή περιουσία για να δικαιολογούν την αγορά του. Πρόβλημα υπάρχει αν το αντάλλαγμα είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από τον πλουτισμό. Αν είναι μικρότερο του πλουτισμού οφείλεται μόνο αυτό κατά την ΑΚ 909 εκτός κι αν εφαρμόζονται οι ΑΚ 910 επ· Σε περίπτωση μεγαλύτερου ανταλλάγματος, οφείλεται αυτό με τους περιορισμούς της κατάχρησης δικαιώματος ή της προσωπικής συμβολής του λήπτη [φήμη, διαπραγματευτική και επαγγελματική ικανότητα] στην επίτευξη του μεγαλύτερου τιμήματος. Μπορεί όμως να απαιτήσει τις επί πλέον 30.000 δρχ με τις διατάξεις για τη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων [ΑΚ 739] σε συνδυασμό με ΑΚ 734 και 719.

      Διοίκηση αλλοτρίων είναι η διεξαγωγή ξένης υπόθεσης χωρίς νόμιμο λόγο. Ως υπόθεση νοείται η επιχείρηση και νομικών και υλικών πράξεων αλλά και μη περιουσιακές πράξεις, π.χ. η διάσωση κινδυνεύοντος ατόμου από πνιγμό. Διακρίνεται αυτή σε γνήσια [ΑΚ 730, 734, 736] όταν την διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου, σε μη γνήσια ή νόθα όταν είναι ξένη και την διεξάγει σαν να είναι δική του [ΑΚ 739, 734] π.χ. κάποιος γνωρίζει ότι ένας αγρός είναι ξένος και τον καλλιεργεί και τον εκμεταλλεύεται σαν νάναι δικός του και στην λεγόμενη ιδιοτελή [ΑΚ 740] όταν την διεξάγει παρ′ ότι είναι ξένη νομίζοντας ότι είναι δική του. Εδώ εφαρμόζονται οι διατάξεις για αδικοπραξίες και αδικ. πλουτισμό. Στην άσκηση μας, η πώληση της τηλεόρασης αποτελεί μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων. Ενώ η πώληση της συσκευής είναι υπόθεση του ιδιοκτήτη Α, ο Α τη “διοικεί” [μεταχειρίζεται] σαν νάταν δική του ενώ γνωρίζει ότι δεν είναι δική του. Σύμφωνα με τις ΑΚ 739, 734 και 719 οφείλει ο Α να αποδώσει στον Β τις 130.000 δρχ.

2.

Η δημόσια υπάλληλος Υ βρέθηκε σε οικονομική ανάγκη και προσέφυγε στον Δ για να πάρει δάνειο ώστε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Ο Δ την έβαλε να υπογράψει διάφορες υπεύθυνες δηλώσεις και μια εξουσιοδότηση. Κατόπιν τούτου ο Δ δάνεισε στην Υ το ποσό των 350.000 δρχ το 1983. Ο Δ, παρά το ότι δεν κατέστη πληρεξούσιος της, αγόρασε από τον ΟΔΔΥ επ΄ ονόματι της ένα αυτοκίνητο που δεν της το παρέδωσε και χωρίς να το γνωρίζει αυτή. Ο Δ σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις στον ΟΔΔΥ και το 1984 ο Δ κατόπιν έκδοσης απόφασης ζήτησε από την Υ να πληρώσει το ποσό των 1.800.000 δρχ οπότε πληροφορήθηκε αυτή [Δ] την αγορά στο όνομα της αυτού του αυτοκινήτου. Η Δ προκειμένου να αποφύγει την κατάσχεση και πλειστηρίαση της περιουσίας της κατέβαλλε στο ΟΔΔΥ αυτό το ποσό. Κατόπιν τούτου προσέφυγε στο Δικαστήριο κατά του Δ, αφού υπεισήλθε στη θέση του ΟΔΔΥ ζητώντας το ποσό αυτό σαν αχρεωστήτως καταβληθέν. Τι θα αποφανθεί το Δικαστήριο[42];

Απάντηση.

Κατ΄ αρχάς, εδώ πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής της αξίωσης του α.π. σε σχέση δημόσιου δικαίου[43]. Κατά το Ακυρωτικό μας που απασχολήθηκε μ΄ αυτή την υπόθεση, «κατά την ΑΚ 905 § 1…Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου συνίσταται στο ότι στην περίπτωση της, τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με σκοπό τη δωρεά ή για άλλη νόμιμη αιτία. Επομένως, αποκλεισμός της απαίτησης αχρεωστήτου με βάση την διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται και αυτεπαγγέλτως γιατί η σχετική απ΄ αυτή ένσταση είναι καταχρηστική, δεν υφίσταται στην περίπτωση της ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας, όπως συμβαίνει και όταν ο δότης υποχρεώθηκε να προβεί στην καταβολή για την αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης κατ΄ αυτού».

3.

Ο Α συμφώνησε με τον Β να του πωλήσει ένα ακίνητο αντί τιμήματος 10.000.000 δρχ, του προκατέβαλλε δε το ποσό των 1.000.000 δρχ εν όψει της μελλοντικής σύναψης της αγοραπωλησίας, χωρίς τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, απλώς με ένα ιδιωτικό έγγραφο που βεβαίωνε την καταβολή του ποσού αυτού. Ο Β με το ποσό αυτό προέβη σε διάφορες εργασίες σε ένα αγρό του [όργωμα, περίφραξη]. Ο ενάγοντας Α άργησε να προβεί στην κατάρτιση της αγοραπωλησίας, κατόπιν δε υπαναχώρησε και ζήτησε τα χρήματα του πίσω. Ο Β ισχυρίστηκε στο δικαστήριο ότι δεν σώζεται ο πλουτισμός του [ΑΚ 909] γιατί η περίφραξη του καταστράφηκε. Τι θα αποφασίσει το Δικαστήριο[44];

Απάντηση.

     Εν όψει των σημαντικών ζητημάτων που απασχόλησαν την νμλγ μας αυτή, παραθέτω αυτούσια την μείζονα πρόταση της, έχουσα ως εξής, «κατά την ορθή έννοια της ΑΚ 904, αναγνωρίζεται αξίωση προς απόδοση της ωφέλειας που αποκτήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου και όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεως για την οποία ο νόμος απαιτεί την τήρηση ορισμένου τύπου και αυτός δεν τηρήθηκε, διότι και στην περίπτωση αυτή η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τις ΑΚ 158, 159 και 180 θεωρείται σαν να μην έγινε και επομένως, δεν υπάρχει νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της παροχής στο λήπτη, εφόσον η βούληση του δότη που εκδηλώθηκε άτυπα, δεν αναγνωρίζεται από το νόμο. Κατά συνέπεια, η προκαταβολή τιμήματος σε εκτέλεση προσυμβάσεως αγοράς ακινήτου, για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται κατά τις ΑΚ 166, 369, 513 και 1033, συνιστά πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή … Από το συνδυασμό των ΑΚ 904, 908, 909 και 913 προκύπτει ότι η υποχρέωση του λήπτη προς απόδοση του ληφθέντος πράγματος ή του συναλλάγματος που τυχόν έλαβε από αυτό[45] αποσβήνεται εφόσον ο λήπτης πια δεν είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής. Τέτοια περίπτωση απώλειας του πλουτισμού υπάρχει και όταν ο λήπτης με τα χρήματα που έλαβε ενήργησε δαπάνες στις οποίες δεν θα προέβαινε με δικά του χρήματα, αν δεν είχε λάβει το χρηματικό ποσό που του καταβλήθηκε [ΑΠ 908/ 91 Δνη 33.1620]».

Ηράκλειο, 10-4-2013.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΕΜΜ. ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΡΕΙΟ ΠΑΓΟ

Οδός 1866 [Κεντρική Αγορά], αριθ· 82

ΤΚ 71202, ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ

Τηλ/ Fax: 2811-750695,  KIN: 6977-474047

e-mail 1: gefragoulis@gmail.com

e-mail 2: gefragoulis@ymail.com

e-mail 3: gefragoulis@outlook.com

Site 1: www.gf1957.wordpress.com

site 2: www.gfragoulis.blogspot.com

ΑΦΜ: 028664963, ΔΟΥ: Β’ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

 


[1] αυτό το αποδέχεται σήμερα και η νμλγ του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου της χώρας [βλ· Α.Ε.Δ. 2/ 1993 Δνη 35 (1994).297], επίσης βλ· ΑΠ 786/ 1995 ΕΕΝ 63.677.

[2] Αλ. Λιτζερόπουλος, Στοιχεία ΕνοχΔ, ΙΙ, 1960, § 258 σελ· 381.

[3] Λιτζερόπουλος, § 260 σελ· 384.

[4] ενδεικτικά βλ· ΑΠ 1613/ 1999 Δνη 2000.440, ΑΠ 403/ 1991 Δνη 33 [1992].781, ΠολΠρωτΑθ 3592/ 04 ΝοΒ 2005.112 με παρατηρήσεις Χριστακάκου.

[5] κύρια συνέπεια της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου είναι ότι θα δικαιούνταν ο αγοραστής να απαιτήσει από τον οικοπεδούχο το διαμέρισμα. Οι σχέσεις σε μια σύμβαση υπέρ τρίτου είναι οι εξής: α) αυτός που υπόσχεται την παροχή στον τρίτο [υποσχεθείς], εν προκειμένω ο οικοπεδούχος, β) αυτός που δέχεται την υπόσχεση [δέκτης της υπόσχεσης], εν προκειμένω ο εργολάβος και γ) ο τρίτος, δηλαδή αυτός στον οποίο θα δοθεί η παροχή, εν προκειμένω ο αγοραστής. Στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, ο τρίτος μπορεί να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα απευθείας [ΑΚ 411], δηλαδή ο αγοραστής θα μπορούσε να εναγάγει τον οικοπεδούχο αφού αυτός είναι ο υποσχεθείς, στη μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου όμως [ΑΚ 410] την παροχή μπορεί να την ζητήσει μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης, εν προκειμένω, την παροχή [μεταβίβαση κυριότητας του διαμερίσματος] δικαιούται να την ζητήσει μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης [εργολάβος], ο τρίτος μπορεί απλά να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εργολάβου.

[6] το οποίο τίμημα εισέπραξε ο εργολάβος [εταιρεία].

[7] βλ· και τη σπουδαιότατη μονογραφία του Αντιπροέδρου του ΑΠ Αθ. Κρητικού, Το προσύμφωνον, 19972, ένθετο, αριθμός περιθ· 9 σελ· 3.

[8] βλ· ΑΠ 180/ 2000 Δνη 2000.1005.

[9] Δεληγιάννης– Κορνηλάκης, Ειδικό ΕνοχΔ, ΙΙ, 1992, § 316 σελ· 39.

[10] ΕφΑθ 8584/ 89 Δνη 1994.488.

[11] από την νμλγ στο ζήτημα αυτό βλ· ενδεικτικά: ΑΠ 1616/ 99 Δνη 41.437, ΑΠ 1566/ 01 Δνη 43.454 [σπουδαία], ΑΠ 543/ 96 Δνη 39.1327.

[12] βλ· και τις ΑΠ 143-144/ 2000 Δνη 41.1034 που αποφάνθηκαν ότι «η κατά την ΚΠολΔ 691 προσωρινή διαταγή και η αναγκαστική προς αυτή συμμόρφωση, αναγόμενες στη σφαίρα του δικονομικού δικαίου και μάλιστα στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν αποτελούν νόμιμη αιτία πλουτισμού και επομένως δεν αποκλείουν την αξίωση του α.π., η θεμελίωση της οποίας και στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται με βάση τους από το ουσιαστικό δίκαιο και δη την ΑΚ 904 τασσόμενους όρους». Το Ακυρωτικό μας αντιμετώπισε περίπτωση de facto συμβατική σχέση [άκυρη σύμβαση εργασίας]. Είχε συναφθεί σύμβαση εργασίας με το Δημόσιο που έληξε σε κάποια φάση. Οι εργαζόμενοι πέτυχαν τη συνέχιση παροχής εργασίας βάσει προσωρινής διαταγής [ΚΠολΔ 691] ωφελούμενου έτσι του Δημοσίου αφού τα ποσά που κατέβαλλε στους ενάγοντες θα κατέβαλλε σε άλλα πρόσωπα που θα προσλάμβανε. Οι ενάγοντες σωστά άσκησαν αγωγή α.π, κατά του Δημοσίου και δικαιώθηκαν ενώ το Δημόσιο επικαλέστηκε ακυρότητα της σύμβασης [μη έγκυρη ανανέωση] και ότι υποχρεώθηκε να τους απασχολεί κατόπιν της προσωρινής διαταγής. Εν τέλει, σωστά δικαιώθηκαν οι ενάγοντες εργαζόμενοι.

[13] για τα στοιχεία της αγωγής σε περίπτωση α.π. από αχρεώστητη παροχή βλ· ΑΠ 273/ 1993 Δνη 35.1358, ΑΠ 1440/ 2000 Δνη 2001.731.

[14] ΑΠ 1601/ 03 Δνη 45.800 [Χρ. Παπούλιας]. Με την απόφαση του αυτή ο ΑΠ ανήρεσε Εφετειακή απόφαση που δέχθηκε ότι αποκλείεται η αναζήτηση της παροχής  επειδή η ανηθικότητα αφορούσε αποκλειστικά το δότη. Κατ’  άλλη άποψη, «αν η ανηθικότητα αφορά αποκλειστικά το λήπτη τότε και μόνο επιτρέπεται η αναζήτηση (επιτυχέστερες διατυπώσεις στο άρθρο 522 Προσχεδίου Ενοχικού Δικαίου: «ό,τι εδόθη δι’  ανήθικον αιτίαν, αναζητείται μόνον εάν αύτη  αφορά αποκλειστικώς τον λήπτη«, και άρθρο 527 Σχεδίου Ενοχικού Δικαίου: «ό,τι εδόθη δι’  ανήθικον αιτίαν δεν αναζητείται, εάν αύτη αφορά ή μόνον τον δόντα ή τον τε δόντα και τον λήπτην»)» [Γεωργιάδης‒ Σταθόπουλος‒(Σταθόπουλος) ΑΚ 907, πλαγιάριθμο 5, σελ· 649]. Κατά τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Κ. Καυκά, παραδείγματα «1. όταν τις καταβάλλων χρηματικό ποσόν εις μικράς ηλικίας νεάνιδα, κατορθώνη να παραπλανήσει αυτήν εις σαρκικήν σχέσιν, δεν θα δύναται να το αναζητήσει, αφού η ανηθικότης πλήττει μόνον αυτόν, της νεάνιδος μη εχούσης συνείδησιν του ανηθίκου της πράξεως της, λόγω της μικράς ηλικίας της. 2. Κάποιος δίδει ποσόν εις άλλον ίνα τον προσηλυτίσει εις άλλην θρησκείαν, δε θα δύναται να το αναζητήσει διότι η ανηθικότης αφορά μόνον αυτόν, του λήπτου του ποσού δυναμένου να αλλάξει την θρησκείαν του, 3. Δεν θα δύναται να αναζητήσει τις το ποσόν το οποίον έδωκεν εις υπάλληλον τινα ίνα προς τον σκοπόν ούτος παραβή το καθήκον του, διότι η ανηθικότης πλήττει τόσον αυτόν όσον και τον υπάλληλον, 4. Όταν τις δίδει χρηματικόν ποσόν εις τινα ίνα διαπράξει φόνον ή κλοπήν, διότι και ενταύθα η ανηθικότης αφορά αμφοτέρους, 5. ο καταβάλλων ποσόν τι εις την σύζυγον του ίνα δεχθεί το διαζύγιον, διότι η ανηθικότης αφορά αμφοτέρους, 6. Όταν δίδει τις ποσόν τι εις τινα και αποσπά παρ’  αυτού την υπόσχεσιν ότι δεν θα αποκτήσει τέκνα ή δεν θα νυμφευθεί, 7. Κάποιος καταβάλλει ποσόν σε άλλον για να μη διαπράξει παράνομη πράξη (π..χ να μην ξυλοκοπήσει κάποιον ενώ ήταν διατεθειμένος να το πράξει για διάφορες αιτίες (μπράβος). Η ανηθικότητα εδώ βαρύνει αποκλειστικά τον λήπτη και επομένως ο δώσας δικαιούται να αναζητήσει την παροχή για ανήθικη αιτία που αφορά αποκλειστικά το λήπτη» [ΕιδΕνοχΔ, τόμος Β, 19755, σελίδες 666-667 υπό § 11.δ].

[15] από τον Αλ. Λιτζερόπουλο, Στοιχεία ΕνοχΔ, 1960, § 262 Γ 4, σελ· 390-391.

[16] ειλημμένο από τους Δεληγιάννη– Κορνηλάκη, ΕιδΕνοχΔ, ΙΙΙ, 1992, § 333, σελ· 92-93.

[17] Ενοχικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, 19652, 29.VI, σελ· 716.

[18] Γενικαί Αρχαί Αστικού Δικαίου, 19618, § 65, σελίδες 186-187. Αδιαφιλονίκητος καθοδηγητής του Αρείου Πάγου!

[19] Ενοχικόν Δίκαιον, Ειδικό Μέρος, τόμος Β’, 19755, άρθρα 904‒907 § 11.ε, σελίδες 668-670.

[20] βλ· Απ. Γεωργιάδη, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 55, πλαγιάριθμο 43, σελ· 559, Γεωργιάδη‒Σταθόπουλο‒(Σταθόπουλο) ΑΚ, τόμο IV, 1982, άρθρο 907, πλαγιάριθμο 15, σελ· 652 [πλέον εκτεταμένα].

[21] θυμηθείτε αυτό που γράφαμε παραπάνω στις σημειώσεις μας ότι αναζητείται η παροχή μονάχα όταν η ανηθικότητα αφορά τον λήπτη, όχι όταν αφορά τον δότη ή τον δότη και τον λήπτη. Εξήγηση δική μου.

[22] Απ. Γεωργιάδης, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 56, πλαγιάριθμος 3, σελ· 560.

[23] κατά Απ. Γεωργιάδη, όπ.πάρ, [§ 56, πλαγιάριθμο 7, σελ· 562] τριγωνική σχέση.

[24] Δεληγιάννης‒ Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, ΙΙΙ, 1992, § 320.4, σελ· 46.

[25] την έμμεση αντιπροσώπευση κατατάσσουν στις ευθύγραμμες ή γραμμικές σχέσης ο Απ. Γεωργιάδης § 56, πλαγιάριθμο 1, σελ· 560, απ’  όπου και το παράδειγμα..

[26] όπ.πάρ, σελίδες 46-47.

[27] Κατά τον Απ. Γεωργιάδη [Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 20023, § 29, πλαγιάριθμους 73, 74, σελίδες 359-360], «Καταπιστευτική δικαιοπραξία καλείται η εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται δικαίωμα [καταπίστευμα] με σκοπό όχι την πρόσκτηση του στην περιουσία του αποκτώντος [καταπιστευματούχου] αλλά είτε την εξασφάλιση απαίτησης του αποκτώντος κατά του μεταβιβάζοντος [fiducia cum creditore], είτε τη διαχείριση του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος από τον αποκτώντα [καταπιστευματούχο, fiducia cum amico]. Στην καταπιστευτική δικαιοπραξία διακρίνουμε το εξωτερικό αποτέλεσμα από την εσωτερική σχέση. 1. Εξωτερική σχέση. Με αυτή συντελείται μια κανονική εκποιητική δικαιοπραξία (μεταβίβαση δικαιώματος) με όλες τις συνέπειες που επιφέρει το νομικό αυτό γεγονός. Αν π.χ. πρόκειται για μεταβίβαση κυριότητας πράγματος, κύριος καθίσταται ο καταπιστευματούχος [αποκτών] ο οποίος έχει έναντι των τρίτων, σε περίπτωση προσβολής της κυριότητας τους, τις εμπράγματες αξιώσεις των ΑΚ 1094 και 1108. Αν πρόκειται για μεταβίβαση απαιτήσεως, ο εκδοχέας καθίσταται δικαιούχος αυτής και μπορεί‒μετά από αναγγελία της εκχώρησης στον τρίτο οφειλέτη [ΑΚ 460]‒να την εισπράξει, ανεξάρτητα από το αν είναι χρηματική ή όχι. 2. Εσωτερική σχέση. Με τη σχέση αυτή ο καταπιστευματούχος αναλαμβάνει απέναντι στον καταπιστεύοντα [μεταβιβάζοντα] την ενοχική δέσμευση ότι θα ασκεί το δικαίωμα κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο προς το συμφέρον του μεταβιβάζοντος [ή και τρίτου], και πάντως στο πλαίσιο του σκοπού της μεταβίβασης. Επομένως, ο καταπιστευματούχος υποχρεούται έναντι του καταπιστεύοντος να ασκήσει ένα μέρος μόνο των εξουσιών που παρέχει το δικαίωμα, δηλαδή το μέρος που δικαιολογείται από τον συμφωνηθέντα σκοπό της καταπιστευτικής δικαιοπραξίας. Η διάθεση π.χ του δικαιώματος περαιτέρω σε τρίτο δεν εμπίπτει στο σκοπό της εξασφάλισης απαιτήσεως ούτε στο σκοπό της διαχείρισης δικαιώματος. Αν ο καταπιστευματοδόχος προβεί πράγματι σε τέτοια διάθεση, η τελευταία θα είναι μεν έγκυρη [ΑΚ 177], αυτός όμως θα ευθύνεται έναντι του καταπιστεύοντος για αποζημίωση λόγω της παραβίασης της συμβατικής υποχρέωσης του». Παράδειγμα [από τον Απ. Γεωργιάδη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 79, σελ· 362]: ο τυπογράφος Α ζήτησε και έλαβε δάνεια από την τράπεζα Τ ύψους 50.000 € για να επεκτείνει την επαγγελματική δραστηριότητα του. Επειδή δεν έχει ακίνητη περιουσία για παραχώρηση υποθήκης για κάλυψη της Τ, μεταβιβάζει σ’  αυτή την κυριότητα των μηχανημάτων του τυπογραφείου ενώ συμφωνείται να παραμείνει ο ίδιος στην κατοχή τους λόγω χρησιδανείου [αντιφώνηση νομής]. Επίσης συμφωνείται ότι η Τ δε θα μεταβιβάσει την κυριότητα των μηχανημάτων διαρκούσης της καταπιστευτικής δικαιοπραξίας, δηλαδή μέχρι την αποπληρωμή του δανείου από τον Α.

[28] βλ· ΑΠ Ολομ 1733/ 1981 ΝοΒ 30.1069.

[29] παράδειγμα από τον Αλ. Λιτζερόπουλο, Στοιχεία ΕνοχΔ, τόμος Β’, 1968, § 264.Β, σελ· 398.

[30] για τα επόμενα βλ· Απ. Γεωργιάδη, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 57, πλαγιάριθμους 32-35, σελ· 574.

[31] βλ· ΕιρΚοζάνης 71/ 1997 Αρμεν 1998.421.

[32] για το περιεχόμενο της αγωγής στην περίπτωση α.π. για αιτία μη επακολουθήσασα βλ· ΑΠ 1030/ 2000 Δνη 2001.434.

[33] Απ. Γεωργιάδης, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 57, πλαγιάριθμος 30, σελ· 573.

[34] Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1999, § 58, πλαγιάριθμος 1, σελ· 575.

[35] σύγκρινε τις τυπικότητες της δωρεάς [ΑΚ 498], τη δυνατότητα ευκολότερης ανατροπής της [ΑΚ 942, 1835 επ], τη βαρύτερη φορολόγηση της κλπ [Γεωργιάδης, όπ.πάρ, υποσημείωση 2, σελ· 575].

[36] Γεωργιάδης‒ Σταθόπουλος‒(Σταθόπουλος) ΑΚ, τόμος IV, 1982, άρθρο 913, πλαγιάριθμος 1, σελίδες 673-674.

[37] ΑΠ 197/ 69 ΝοΒ 17.947.

[38] από τον Απ. Γεωργιάδη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 7, σελίδες 576-577.

[39] Γεωργιάδης‒Σταθόπουλος‒(Σταθόπουλος) ΑΚ, άρθρο 913 πλαγιάριθμος 6, σελ· 675. Αξίωση in rem scripta [ή αλλιώς, πραγματοπαγής αξίωση] είναι η ενοχική αξίωση που δε στρέφεται κατά ενός συγκεκριμένου προσώπου αλλά κατά του προσώπου εκείνου που κατά τη χρονική στιγμή άσκησης της αξίωσης βρίσκεται σε ορισμένη εμπράγματη σχέση (κυριότητα, νομή, κατοχή) με ορισμένο πράγμα. Παραδείγματα αξιώσεων in rem scriptae: ΑΚ 1101, 1105 § 2 κλπ [Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Α.Δ., 20023, § 21, πλαγιάριθμος 6, σελ· 247].

[40] βλ· Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Ι, 2002, §75.4, σελίδες 450-451.

[41] ΑΠ Ολομ 1733/ 1981 ΝοΒ 30.1069.

[42] η άσκηση αυτή είναι παρμένη από την ελάσσονα πρόταση της υπ΄ αριθμό 29/ 2002 Ολομέλειας του ΑΠ [Δνη 2002.1024].

[43] βλ· τις νομολογιακές παραπομπές στην υποσημείωση 1.

[44] η άσκηση αυτή αποτελεί το ιστορικό της ελάσσονα πρότασης της ΕφΑθ 7425/ 1998 Δνη 1999.1187.

[45] εννοεί προφανέστατα το αντάλλαγμα.

Posted on 30/04/2013, in ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ and tagged . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: